Οι μεγάλες αισθητικές επεμβάσεις κυρίως στον εξωτερικό αλλά και στον εσωτερικό σχεδιασμό του αυτοκινήτου έκαναν το C5 πιο σύγχρονο.
Σε μια κατηγορία -μεσαία- που δεν έχει αποβάλει πλήρως το χιτώνα του συντηρητισμού, το ανανεωμένο C5 παρατάσσει μια δυναμική και ταυτόχρονα μοντέρνα αισθητική, ατενίζοντας πλέον με μεγαλύτερη αισιοδοξία το μέλλον.
Αναμφισβήτητα η Citroen είναι μια από τις εταιρείες που τα τελευταία χρόνια μπορεί να υπερηφανεύεται για τις καλές πωλήσεις που παρουσιάζουν τα μοντέλα της στην Ευρώπη. Βέβαια οι επιτυχίες αυτές -κακά τα ψέματα- περιορίζονται στις μικρές κατηγορίες οχημάτων (βλ. C2, C3 κ.ά.), γεγονός που αφήνει μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης και σ' άλλα segments όπου υπάρχει ανάγκη για καλύτερη εκπροσώπηση της φίρμας. Όταν πριν από περίπου τέσσερα χρόνια (φθινόπωρο του 2000) η Citroen λάνσαρε στις ευρωπαϊκές αγορές το C5, περίμενε το μεσαίο μοντέλο να "χτυπήσει" τους καταξιωμένους αντιπάλους της κλάσης. Επειδή όμως τα πράγματα -από πλευράς πωλήσεων- δεν πήγαν όπως πραγματικά θα επιθυμούσαν οι άνθρωποι της Γαλλικής εταιρείας, κρίθηκε αναγκαίο το όχημα να επισκεφτεί τον "πλαστικό χειρούργο" ούτως ώστε να αποκτήσει μια νέα και σαφώς πιο σύγχρονη αισθητική η οποία να εναρμονίζεται με τα υψηλά πρότυπα που έχουν πλέον οι καταναλωτές. Υιοθετώντας λοιπόν πολλά από τα σχεδιαστικά στοιχεία που γνωρίσαμε στα πρωτότυπα C-Airdream και C-Airlounge και τα οποία πέρασαν σχεδόν αυτούσια και στο νέο C4 -αναμένεται στην ελληνική αγορά το Νοέμβριο του 2004- κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα αυτοκίνητο σύγχρονο, με ξεχωριστό χαρακτήρα που σε καμία περίπτωση δε θυμίζει το συντηρητικό σχεδιαστικά C5 της προηγούμενης έκδοσης.
Νέα είναι λοιπόν τα φωτιστικά σώματα τόσο στο εμπρόσθιο όσο και στο πίσω μέρος, ενώ τονισμένο είναι και το σήμα της εταιρείας που εκτείνεται μέχρι την άκρη των φωτιστικών σωμάτων συνθέτοντας ένα σύνολο άκρως εντυπωσιακό που σίγουρα ξεχωρίζει από τον ανταγωνισμό. Η ανανέωση όμως δεν περιορίστηκε μόνο στην εξωτερική εμφάνιση του μοντέλου αλλά προχώρησε και στον εσωτερικό διάκοσμο. Σαφώς πιο όμορφος είναι πλέον ο πίνακας οργάνων ενώ διαφορετική διαρρύθμιση υπάρχει και στη διάταξη των οργάνων της κεντρικής κονσόλας. Το μήκος του αμαξώματος έχει αυξηθεί κατά 12 εκ., γεγονός που δεν επηρεάζει τη συνολικά κομψή εικόνα του C5, αντιθέτως έχει ευεργετικά αποτελέσματα σε επίπεδο χώρων. Με πιο απλά λόγια οι έτσι κι αλλιώς πολύ καλοί χώροι για τους επιβάτες διατηρούνται αλλά αυξάνεται κατά 15 λίτρα ο χώρος αποσκευών.
Σε τεχνικό επίπεδο αλλαγές δεν παρατηρούνται με αποτέλεσμα η υδροενεργητική ανάρτηση που εφοδίαζε και την υπάρχουσα γενιά να διατηρείται και στο ανανεωμένο μοντέλο, προσφέροντας υψηλά επίπεδα άνεσης στους επιβάτες και έναν ταξιδιάρικο χαρακτήρα στο όχημα. Κάτω από το καπό του ανανεωμένου C5 διατηρούνται τα ίδια μηχανικά σύνολα χωρητικότητας 1,6, 1,8 και 3,0 λίτρων με μοναδική προσθήκη αυτή του κινητήρα των 2,0 λίτρων ο οποίος πλέον αποδίδει 143 ίππους έναντι 138 της απελθούσας έκδοσης.
Κατά τη διάρκεια της δοκιμής μας είχαμε την έκδοση Prestige η οποία περιλάμβανε αερόσακους οδηγού, συνοδηγού, γονάτων, πλευρικούς, οροφής, ABS, ESP και πλήθος ηλεκτρικών ευκολιών στην τιμή των 21.250 ευρώ. Βέβαια για να αποκτήσει κανείς και όλα εκείνα τα τεχνολογικά επιτεύγματα που εφοδιάζουν το ανανεωμένο C5 (βλ. ενεργά φώτα Xenon, AFIL προειδοποίηση παρέκκλισης από τη γραμμή πορείας κ.α.) θα πρέπει να εκταμιεύσει και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό.
Μας άρεσε
Το επιτυχημένο σχεδιαστικό φρεσκάρισμα του οχήματος
Δε μας άρεσε
Η εξοικείωση που χρειάζεται το μάτι μέχρι να συνηθίσει τις ενδείξεις της ψηφιακής οθόνης.
Κινητήρας
Στο ανανεωμένο C5 οι τεχνικοί της Γαλλικής εταιρείας δεν προέβησαν σε μεγάλες αλλαγές όσον αφορά τα μηχανικά μέρη. Έτσι κατά τη διάρκεια της δοκιμής μας είχαμε το γνωστό κινητήρα των 1,8 λίτρων ο οποίος εφοδιάζει και την υπάρχουσα γενιά. Βάσει των μετρήσεων της Citroen το 16βάλβιδο μηχανικό σύνολο των 1,8 λίτρων αποδίδει 117 ίππους στις 5.500 σ.α.λ, ενώ η ροπή του ανέρχεται στα 160 Nm στις 4.000 σ.α.λ. Στην πράξη ο 1.800άρης κινητήρας αποδεικνύεται ιδιαίτερα ελαστικός κυρίως στις μεσαίες και άνω στροφές αφού στο φάσμα των χαμηλών ρυθμών περιστροφής παρουσιάζει μικρή υστέρηση. Αποτέλεσμα είναι να “καταπίνει” με άνεση μεγάλες αποστάσεις αλλά να υστερεί κυρίως κατά την κίνηση σε κλειστές διαδρομές. Οι επιδόσεις τέλος μετριάζονται και από τη μακριά κλιμάκωση του κιβωτίου ταχυτήτων.