Το Golf παρουσιάζει πολύ καλή οδική συμπεριφορά και άνεση, εμπνέοντας ασφάλεια στον οδηγό σε κάθε περίπτωση.
Μεταξύ τους τα δύο γερμανικά οχήματα έχουν κοινό χαρακτηριστικό στο δρόμο την ασφαλή συμπεριφορά ακόμα και σε "πιεσμένους" ρυθμούς κίνησης. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι εμφανίζουν ίδια στοιχεία, καθώς παρουσιάζουν αρκετές διαφορές ως προς τη δομή της ανάρτησης και τη ρύθμισή της. Τη διαφορά υπέρ του Golf κάνει κυρίως η πίσω ανάρτηση πολλαπλών συνδέσμων, έναντι του πιο απλού κατασκευαστικά ημιάκαμπτου άξονα που χρησιμοποιεί το Astra -όπως και πολλά ακόμη αυτοκίνητα της κατηγορίας.
Οι αντιδράσεις του αμαξώματος του μικρομεσαίου VW είναι πιο ουδέτερες, συγχωρώντας παράλληλα καλύτερα πιθανά λάθη του οδηγού (π.χ. έντονο πάτημα του φρένου ή άφημα του γκαζιού στη στροφή). Τα όρια πρόσφυσης είναι αυξημένα και στα δύο αυτοκίνητα, κάτι στο οποίο συμβάλλουν τόσο τα πλαίσιά τους με την πολύ καλή ακαμψία, όσο και τα φαρδιά ελαστικά (205/55 R 16 στα αυτοκίνητα της δοκιμής έναντι 195/65 R15 των βασικών εκδόσεων), τα οποία αμφότερα υπερκαλύπτουν την ισχύ των κινητήρων τους.
Στο Astra η προσφερόμενη άνεση στους επιβάτες δεν είναι ανάλογη του Golf, του οποίου η ανάρτηση αμβλύνει πιο αποτελεσματικά της ανωμαλίες των δρόμων. Τα συστήματα διεύθυνσης με την ηλεκτροϋδραυλική υποβοήθηση και στα δύο μοντέλα παρέχουν ικανοποιητική πληροφόρηση (λίγο καλύτερη στο VW), ενώ όσον αφορά τα φρένα, το Astra ακινητοποιείται σε 3,5 μέτρα λιγότερα από τα 100 χλμ./ώρα.
Τα όρια πρόσφυσης των τροχών στο Astra είναι αυξημένα, ενώ από άνεση μειονεκτεί έναντι του Golf.