Και οι τρεις εκδόσεις της δοκιμής εφοδιάζονται με γόνατα ΜακΦέρσον στον εμπρός και ανάρτηση πολλαπλών συνδέσμων στον πίσω άξονα. Η ρύθμιση ωστόσο διαφέρει ανά έκδοση αφού αυτή διαμορφώνει και την υπόσταση του καθενός ξεχωριστά. Έτσι, το πιο οικογενειακά προσανατολισμένο 2,0 FSI διαθέτει μαλακή ρύθμιση στην ανάρτηση και 16 ιντσών ελαστικά με σαφέστατα οφέλη στα επίπεδα άνεσης των επιβατών, έναντι των σκληρότερων 2,0ΤFSI και 3,2 τα οποία εφοδιάζονται με 17 ιντσών ζάντες μετριάζοντας την ποιότητα κύλισης. Σε γοργούς ρυθμούς κίνησης ωστόσο, το πιο σπορτίφ TFSI και το 3,2 υπερτερούν σε παρεχόμενη αίσθηση αφού οι κλίσεις που εμφανίζουν στις στροφές είναι μικρές ενώ για την ασφαλή τους υπόσταση φροντίζει και η τετρακίνηση της quattro Gmbh με το μεσαίο διαφορικό τύπου Torsen το οποίο και κατανέμει την ροπή ανάμεσα στους δύο άξονες ανάλογα με την πρόσφυση των τροχών την δεδομένη στιγμή. Για το προσθιοκίνητο 2λιτρο FSI, το σύστημα ελέγχου της ευστάθειας (ΕSP) φροντίζει ώστε να μην υπάρχει καμία τάση για απώλεια της πρόσφυσης ενώ σε περίπτωση που και στα τρία αυτοκίνητα εκείνο απενεργοποιηθεί, τότε οι τάσεις που εμφανίζονται ορίζονται από την μετάδοση της κίνησης και μόνο (υποστροφικές για το FSI και υπερστροφικές για τα ΤFSI και 3,2). Σε κάθε περίπτωση το σύστημα διεύθυνσης παρέχει πολύ καλή αίσθηση και είναι άμεσο ενώ όσον αφορά την αίσθηση του κιβωτίου στις γρήγορες εναλλαγές, εκείνη είναι πολύ καλή. Τέλος τα φρένα είναι αποτελεσματικά και στις τρεις περιπτώσεις, όμως στην έκδοση turbo των δύο λίτρων παρατηρήθηκε μέτρια αίσθηση στην πίεση του μεσαίου πεντάλ και άσκοπη εμπλοκή του ABS, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από τις μετρήσεις του περιοδικού μας.
Πιο σπορτίφ προτάσεις εύλογα παρουσιάζονται το 2,0 TFSI και το 3,2 quattro με σαφέστατα οφέλη στην οδική συμπεριφορά -τετρακίνητα γαρ- όμως "κλονίζεται" αισθητά η ποιότητα κύλισης από τα 17ιντσών ελαστικά και κατά συνέπεια τα επίπεδα άνεσης των επιβατών. Ωστόσο η απορροφητικότητα της ανάρτησης είναι καλή.